Greek English French German Italian Japanese Russian Spanish

Get connected with Happy Life

Sign up for our newsletter



Διαφήμιση
Πώς επηρεάζει το στρες τη διατροφική μας συμπεριφορά PDF Εκτύπωση E-mail

stressfuleatingΚάτω από στρεσογόνες συνθήκες, όπως όταν κουραζόμαστε υπερβολικά, φορτιζόμαστε συναισθηματικά ή μένουμε πολλές ώρες νηστικοί, η διατροφική μας συμπεριφορά τείνει να αλλάζει. Βέβαια, ορισμένοι πιθανόν να μην επηρεάζονται καθόλου, ωστόσο οι υπόλοιποι, θα καταλήξουν είτε στο να μειώσουν αισθητά την διατροφική τους πρόσληψη (stress fasters) είτε στο να την αυξήσουν (stress eaters).

 

Το φαγητό που υποκινείται από το στρες διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας σήμερα. Σχετίζεται με υπερφαγικά επεισόδια, που αν και μειώνουν παροδικά τα επίπεδα του αντιλαμβανόμενου στρες, συνήθως εναλλάσσονται από περιόδους παρατεταμένης ασιτίας, οι οποίες αυξάνουν την ένταση της δυσφορίας με την οποία βιώνεται το στρες της καθημερινότητας.


Πιο ευάλωτες σε αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι οι γυναίκες, που η κοινωνία τις έχει επιφορτίσει μεταξύ άλλων με την απαίτηση να είναι λεπτές και με ιδανικές αναλογίες. Η επιταγή της «τέλειας ομορφιάς» σχετίζεται με αυξημένη απογοήτευση από την εικόνα σώματος και χαμηλή αυτοεκτίμηση, κυρίως στις νεαρές ηλικίες, με άμεση συνέπεια την αυξημένη ενασχόληση με δίαιτες αδυνατίσματος και την εμφάνιση διατροφικών διαταραχών (νευρική ανορεξία, βουλιμία κ.λπ.).


Η ενασχόληση με δίαιτες και οι ακραίοι διατροφικοί περιορισμοί ασκούν άμεση επίδραση στη διάθεση και στην αυτοεκτίμηση. Συγκεκριμένα, τα άτομα που περιορίζουν υπερβολικά το φαγητό τους προκειμένου να χάσουν βάρος, αναφέρουν ότι η χαρά που νιώθουν εξαρτάται άμεσα από την αυξομείωση του βάρους τους. Κάτι αντίστοιχο δεν παρατηρείται στα άτομα χωρίς διατροφικούς περιορισμούς.


Σε μια μελέτη όπου οι συμμετέχοντες ζυγίζονταν τακτικά, αλλά τους επικοινωνούνταν ότι ζύγιζαν παραπάνω από ό,τι στην πραγματικότητα, τα άτομα υπό διατροφικό περιορισμό παρουσίαζαν μεγαλύτερη αλλαγή στη διάθεσή τους (αγωνία, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση) και εμφάνιζαν αντισταθμιστικές υπερφαγίες συγκριτικά με τα άτομα χωρίς διατροφικό περιορισμό.


Την απάντηση στο «γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο» δίνουν μελέτες πάνω στη νευροβιολογία του στρες. Φαίνεται λοιπόν ότι κατά τη διάρκεια του στρες αυξάνεται η παραγωγή της β-ενδορφίνης, ενός ενδογενούς οπιοειδούς, που παράλληλα με τη μείωση της αντίληψης του πόνου και της αγωνίας που σχετίζεται με το γεγονός που μας προκάλεσε στρες, αυξάνει και την όρεξή μας.


Τις δράσεις αυτές, τις μεσολαβεί αλληλεπιδρώντας με έναν άλλο νευροδιαβιβαστή, την 5-υδροξυτρυπτοφάνη, πρόδρομη ένωση της σεροτονίνης, της ορμόνης της χαράς. Ο νευροδιαβιβαστής αυτός παρουσιάζει μειωμένη λειτουργικότητα σε καταστάσεις χρόνιου ψυχοκοινωνικού στρες, όπως η κατάθλιψη και η βουλιμία, και σχετίζεται με αυξημένη πρόσληψη τροφής, κυρίως πλούσιας σε άμυλο.


Το ενδιαφέρον, βέβαια, είναι ότι η παραγωγή της 5-υδροξυτρυπτοφάνης στηρίζεται στη διαθεσιμότητα του απαραίτητου αμινοξέος τρυπτοφάνη, η διαθεσιμότητα του οποίου στον εγκέφαλο εξαρτάται κυρίως από την αναλογία της τροφής σε άμυλο, πρωτεΐνη και λίπος.


Η τρυπτοφάνη βρίσκεται σε μεγαλύτερη αναλογία στα τρόφιμα που είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και χαμηλά σε άμυλο ή/ και λίπος. Τα τρόφιμα, όμως, στα οποία καταφεύγουμε υπό συνθήκες στρες (comfort foods) είναι πλούσια σε άμυλο ή/ και λίπος και φτωχά σε πρωτεΐνη (μπισκότα, πατατάκια, σοκολάτες κ.λπ.), με αποτέλεσμα να χρειάζεται να καταναλωθούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες προκειμένου να δώσουν επαρκείς ποσότητες τρυπτοφάνης ή να παίρνει ώρα η απόδοση των συστατικών τους από το γαστρεντερικό.


Συνεπώς, η αδυναμία καταστολής της παρόρμησης για φαγητό κάτω από στρεσογόνες συνθήκες είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενη, ωστόσο το μέγεθος της χαράς που θα πάρουμε από την ικανοποίησή της, στηρίζεται αποκλειστικά στα τρόφιμα που θα επιλέξουμε!



Ηλιάνα Ν. Μιχάλη

Κλινική Διαιτολόγος–Διατροφολόγος, ειδική σε θέματα στρες, BSc, MSc candidate 

Επιστημονική Συνεργάτης Πρότυπου Βαριατρικού Κέντρου